Smiley face

Σάββατο, 6 Οκτωβρίου 2012

Ένα εκατομμύριο Έλληνες πρέπει να αλλάξουν δουλειά!


Γράφει ο Έρμιππος
Τις καλοκαιρινές μέρες που ανακοινώθηκαν τα αποτελέσματα των εισαγωγικών εξετάσεων στα πανεπιστήμια, η χαρά των γονιών στον κύκλο μου, αυτών που τα παιδιά τους πέτυχαν, μου έκανε, -αυτή τη φορά, για πρώτη φορά-, μια αλλόκοτη εντύπωση. Εισέπραξα το ίδιο κλίμα, με την ίδια πάντα απορία και στα social media.
Τίποτε πιο φυσιολογικό, θα πει κανείς. Οι γονείς καμαρώνουν τα βλαστάρια τους, τους μελλοντικούς γιατρούς, φαρμακοποιούς, μηχανικούς, μηχανολόγους, δικηγόρους, οικονομολόγους, κοινωνιολόγους, πολιτικούς επιστήμονες. Κάποιοι από τους γονείς αυτούς, οι πιο τυχεροί, δεν έγιναν μόνον περήφανοι. Άφησαν ταυτόχρονα να τους ξεφύγει και ένας αναστεναγμός ανακούφισης. Είναι αυτοί που τα παιδιά τους πέτυχαν την εισαγωγή στις παραγωγικές σχολές του στρατού και της αστυνομίας, κερδίζοντας έτσι εκτός από την χαρά της επιβεβαίωσης και το πολύτιμο προνόμιο της δια βίου βέβαιης σίτισης από το δημόσιο ταμείο. Ας αλλάξουμε θέμα, όμως.
Στα τρία χρόνια που κρατάει αυτή η ανυπόφορη ανωμαλία της κρίσης άκουσα, διάβασα και έμαθα, όπως όλοι μας, πολλά καινούργια πράγματα. Αυτό, όμως, που μου έκανε την μεγαλύτερη εντύπωση, επειδή πιστεύω ότι αφενός προσφέρει το κλειδί που χρειαζόμαστε για να αποκωδικοποιήσουμε την σημερινή περίπλοκη εικόνα και να κατανοήσουμε την τερατώδη στρέβλωση που δημιουργήσαμε στην σχέση παραγωγικότητας, απόδοσης και ανταπόδοσης, -στρέβλωση που μας οδήγησε στην σημερινή τραγωδία-, και αφετέρου δίνει την κατεύθυνση για τον στρατηγικό σχεδιασμό της ανηφόρας, που πρέπει από εδώ και πέρα να διανύσουμε, είναι μια φράση επτά μόνον λέξεων του Αρίστου Δοξιάδη. "Ένα εκατομμύριο Έλληνες πρέπει να αλλάξουν δουλειά".
Έκτοτε, στα τρία αυτά χρόνια, οι εμπειρικές διαπιστώσεις που κυριαρχούν στον δημόσιο λόγο και επιβεβαιώνουν την οξυδερκή και θεμελιώδη αυτή απόφανση είναι καθημερινές. Όλοι πλέον ξέρουν ότι η Θεσσαλονίκη δεν μπορεί να συντηρεί τόσο φαρμακεία, όσα έχει ολόκληρη η Αυστρία μαζί, ότι οι δικηγόροι που αγωνιούν για την επιβίωση τους και συμμετέχουν ενεργά στην απονέκρωση του συστήματος απονομής δικαιοσύνης, παράγοντας συνεχώς, τεχνητά, νέα δικαστική ύλη, είναι πέντε ή δέκα φορές περισσότεροι από όσους διαθέτει η ευνομούμενη Σουηδία, ότι ο αριθμός των γιατρών, που αναλογούν σε κάθε χίλιους κατοίκους της χώρας, είναι από καιρό και με διαφορά ο μεγαλύτερος σε σχέση με αυτόν όλων των υπολοίπων αναπτυγμένων χωρών, ότι οι δεκάδες χιλιάδες μηχανικοί δεν μπορεί να συνεχίσουν να απομυζούν τους ήδη σπάνιους κοινωνικούς πόρους, παράγοντας πιστοποιητικά και άδειες άνευ αντικειμένου, ότι οι δημόσιες υπηρεσίες δεν γίνεται πλέον να γεμίζουν ασφυκτικά από υπαλλήλους, με πλήθος τυπικών προσόντων αλλά με απουσία κάθε ουσιαστικού. Θα μπορούσε να απαριθμήσει κανείς δεκάδες άλλους τομείς δραστηριότητας, που προστιθέμενοι δημιουργούν το τέρας της ελληνικής ιδιορρυθμίας, που σήμερα βυθίζεται σε αργό θάνατο.
Όλα αυτά είναι πλέον κοινός τόπος. Υπερπαραγωγή υπηρεσιών από επαγγέλματα υψηλού κοινωνικού κύρους, με αντίστοιχη πρόκληση τεχνητής ζήτησης, σε ένα πλαίσιο μιας ολοένα και περισσότερο συρρικνούμενης παραγωγής πραγματικού πλούτου. Ασφυξία. Αλλά και μηχανή διαρκούς μεταφοράς πόρων, με τρόπο που σωρεύει αίσθημα αδικίας και παράγει αντικίνητρα για την ορθολογική δράση. Και όμως, η ελληνική κοινωνία, αφού διαπίστωσε πλέον όλα τα παραπάνω, -χωρίς να υπάρχει από καμία πλευρά μια σοβαρή αντίρρηση-, γιόρτασε πασιχαρής, για μια ακόμη φορά, το νέο ετήσιο ξεκίνημα της παραγωγής και άλλων γιατρών και άλλων δικηγόρων και περισσότερων μηχανικών και ακόμη περισσότερων οικονομολόγων και κοινωνιολόγων. Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι η ποιότητα των πανεπιστημίων στα οποία θα εκπαιδευθούν όλοι αυτοί είναι ένα άλλης τάξεως τραγικό ζήτημα.
Η αντίφαση αυτή, αντίφαση ανάμεσα στην αναγνώριση της πραγματικότητας και στην αντίστοιχη αντιμετώπιση της, βρίσκει την εξήγηση της στο θεμελιώδες έλλειμμα συλλογικότητας. Της αναγκαστικής αλλά μη συνεργατικής συμβίωσης. Και, επιπλέον, στο έλλειμμα εμπιστοσύνης προς την κοινότητα και στην ανυπαρξία πίστης για την προοπτική της χώρας.
Πράγματι, λένε οι περισσότεροι κατ' ιδίαν, χρειάζεται ένα νέο ξεκίνημα, αλλά η πορεία και η εξέλιξη του είναι αβέβαιες. Πράγματι, πρέπει να στηριχθεί κάτι άλλο, καινούργιο, πραγματικά παραγωγικό, αλλά κανείς δεν θα το κάνει πρόθυμα και, κυρίως, κανείς δεν είναι σε θέση να το κάνει αποτελεσματικά. Πράγματι, θα θέλαμε να σώσουμε την χώρα και να δώσουμε τον καλύτερο εαυτό μας, αλλά ο καθένας μόνος είναι ανίσχυρος και δεν επαρκεί. Αξίζει, λοιπόν, τον κόπο μια σίγουρη θυσία χωρίς αντίκρυσμα;
Αυτά είναι λόγια που ακούγονται από κάθε πλευρά. Και ακούγονται δικαίως, επειδή ο ηρωισμός δεν είναι μέσα στην φύση των απλών, καθημερινών ανθρώπων. Αντίθετα η πρόνοια για την σταθερότητα και την εξασφάλιση της επιβίωσης είναι. Πολλές φορές, όμως, το, υγιές κατά τα άλλα, ένστικτο οδηγεί σε λανθασμένες κατευθύνσεις, λόγω της κακής εκτίμησης των συνθηκών. Ποτέ δεν θα λείψουν οι δικαστικές διαμάχες, σκέφτεται ο πατέρας του μελλοντικού δικηγόρου, και το παιδί μου θα μπορέσει να επιβιώσει, κουτσά στραβά.
Τι άλλο να κάνει άλλωστε; Μόνο που η σκέψη αυτή θα γίνεται ταυτόχρονα σε δεκάδες χιλιάδες σπίτια καλοπροαίρετων ανθρώπων, μέχρι που η χώρα θα φθάσει να κατοικείται μόνο από δικηγόρους, που θα υπερασπίζονται ο ένας τον άλλον, από γιατρούς, που θα θεραπεύονται εκατέρωθεν και από μηχανικούς, που θα εκδίδουν πιστοποιητικά ενεργειακής επάρκειας για όλους τους υπόλοιπους.
Η πολιτική τάξη δεν μοιάζει να αντιλαμβάνεται τίποτε από τα παραπάνω. Όσα έκανε στο παρελθόν παραγράφηκαν. Για τις ευθύνες των σημερινών εγκληματικών της πράξεων κρύβεται πίσω από την τρόικα των δανειστών. Και για τις ευθύνες του ανύπαρκτου σχεδιασμού της πίσω από την νεοπαγή και οπωσδήποτε πολιτικά ορθή ιδεοληψία της αυτορρύθμισης της κοινωνίας, μέσω του δήθεν ελεύθερου ανταγωνισμού.
Αφού για δεκαετίες εδραίωσε το αίσθημα αδικίας, τον ατομικισμό και την καχυποψία προς κάθε τι δημόσιο, αφού επέβαλε τον όρο της επιβίωσης μέσω της αναγκαστικής συναλλαγής, αφού κατέστρεψε κάθε σπόρο για την καλλιέργεια της καλής πίστης και αφού έσπειρε το οικονομικό πεδίο με εξαντλημένα, ημιθανή σώματα, τώρα παραπέμπει στις δυνάμεις της αγοράς, κουνώντας μάλιστα κάποιες φορές και το δάκτυλο, ανίκανη να ανταποκριθεί στον ρόλο της στήριξης και του συντονισμού της συλλογικότητας, που σήμερα, περισσότερο από ποτέ, χρειαζόμαστε.
Ένα εκατομμύριο Έλληνες, λοιπόν, πρέπει να αλλάξουν δουλειά. Η αρχή δεν μπορεί να γίνει από Έλληνες γονείς που θα αποφασίσουν να παίξουν στα ζάρια το μέλλον των παιδιών τους. Ούτε, όμως, και από εξαναγκασμένους νέους, που από ανάγκη μόνο και όχι από πραγματική έλξη, θα επιστρέψουν απελπισμένοι και αμήχανοι στα χωράφια των παππούδων τους.
Χρειάζεται κάτι μεγαλύτερο, που, πριν από όλα, θα έχει τον σχεδιασμό, την καθοδήγηση, την συμπαράσταση και την σχετική εγγύηση της κοινότητας. Θα προσφέρει συγκρατημένη επιβράβευση στην επιτυχία και ανοχή και επιείκεια στην αποτυχία. Προπάντων αίσθημα ασφάλειας. Οι δρόμοι που πρέπει να βαδίσουμε είναι, για τους περισσότερους, καινούργιοι και άγνωστοι.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
Μελίνα Καραπαναγιωτίδου - Δημοσιογράφος